Κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς σχετικά με την υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ άσκησε ο Αλέξης Τσίπρας, υποστηρίζοντας ότι οι εξελίξεις έχουν προκαλέσει αμηχανία στην κυβέρνηση.
«Οι Αμερικανοί στέλνουν σε κάθε χώρα τον πρεσβευτή που τους αξίζει», σχολίασε χαρακτηριστικά, ασκώντας παράλληλα κριτική στη στάση της ελληνικής πλευράς απέναντι στις επιλογές της Ουάσιγκτον.
Ο πρώην πρωθυπουργός έθεσε, ειδικότερα, ζήτημα σχετικά με δημοσιεύματα που αποδίδουν στην Αμερικανίδα πρέσβη αναφορές στη δυνατότητα των ΗΠΑ να επηρεάζουν ή ακόμα και να ανατρέπουν κυβερνήσεις στην Ελλάδα και σε άλλες βαλκανικές χώρες. Όπως επισήμανε, η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει διαψεύσει τη συγκεκριμένη αναφορά.
Παράλληλα, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι αντέδρασε με καθυστέρηση και δεν ζήτησε εξηγήσεις από την αμερικανική πλευρά. «Σκεφτείτε λοιπόν, εάν είστε Αμερικανός αξιωματούχος και γίνονται όλα αυτά, και η χώρα λέει “δεν τρέχει τίποτα”, ούτε ζητάω εξηγήσεις, τι θα λέγατε για τη χώρα αυτή;», διερωτήθηκε.
Ο Αλέξης Τσίπρας άσκησε επίσης κριτική στη λογική της άνευ όρων αποδοχής των αμερικανικών επιλογών, προειδοποιώντας ότι μια τέτοια στάση ενδέχεται να λειτουργήσει εις βάρος των ελληνικών εθνικών συμφερόντων.
Οι δηλώσεις έγιναν στο πλαίσιο της διευρυμένης συνεδρίασης της Πολιτικής Επιτροπής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, η οποία πραγματοποιείται στο ξενοδοχείο Grand Hyatt, στη λεωφόρο Συγγρού, υπό τον Αλέξη Τσίπρα.
Στη συνεδρίαση συμμετέχουν, εκτός από τα μέλη της Επιτροπής, τομεάρχες, αναπληρωτές τομεάρχες και μέλη του οργανωτικού γραφείου. Στην ατζέντα βρίσκονται ο σχεδιασμός των επόμενων κινήσεων του φορέα, ο προγραμματισμός περιοδειών, η ενίσχυση της παρουσίας στην περιφέρεια και η διαμόρφωση των επόμενων πολιτικών παρεμβάσεων.
Αναφερόμενος στην οικονομική κατάσταση, ο πρώην πρωθυπουργός υποστήριξε ότι τα ελληνικά νοικοκυριά αντιμετωπίζουν σήμερα μεγαλύτερες δυσκολίες σε σύγκριση με το 2019, παρά το γεγονός ότι η χώρα έχει εξέλθει από τα μνημόνια. Επικαλέστηκε τις δημοσκοπήσεις και τις αυξήσεις στις τιμές βασικών αγαθών, θέτοντας στο επίκεντρο το ζήτημα της αγοραστικής δύναμης και της καθημερινότητας των πολιτών.



















